Το πρόβλημα για τη Ρωσία είναι ότι η ενέργεια αντιπροσωπεύει σχεδόν το σύνολο των εξαγωγών της προς την Κίνα. Πέρα από αυτόν τον τομέα, η Μόσχα διαθέτει ελάχιστα ανταγωνιστικά προϊόντα για την κινεζική αγορά
Κατά την επίσκεψή του στην Κίνα ο πρόεδρος Vladimir Putin εξήρε τη συνεργασία «χωρίς όρια» μεταξύ Ρωσίας και Πεκίνου, χαρακτηρίζοντας την Κίνα βασικό εμπορικό εταίρο και κρίσιμη οικονομική σανίδα σωτηρίας της Μόσχας μετά τη ρήξη της με τη Δύση το 2022.
Κρίνοντας μάλιστα από τη θερμή και ιδιαίτερα επίσημη υποδοχή που επεφύλαξε το Πεκίνο στον Ρώσο ηγέτη, θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν μόνο περιθώρια περαιτέρω εμβάθυνσης.
Ωστόσο, παρά τις διακηρύξεις των Vladimir Putin και Xi Jinping περί ολοένα στενότερης στρατηγικής εταιρικής σχέσης, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι η συνεργασία Ρωσίας – Κίνας ενδέχεται να πλησιάζει τα οικονομικά της όρια.
Μετά την στρατιωτική επιχείρηση στην Ουκρανία το 2022, η Κίνα αντικατέστησε σε μεγάλο βαθμό την Ευρώπη τόσο ως προμηθευτής βιομηχανικών προϊόντων όσο και ως βασικός αγοραστής ρωσικών ενεργειακών εξαγωγών.
Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε εκτόξευση του διμερούς εμπορίου κατά 55% μεταξύ 2021 και 2025, ξεπερνώντας τον κοινό στόχο των 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων που είχαν θέσει οι δύο χώρες ήδη από το 2019.
Παρά ταύτα, το 2025 το διμερές εμπόριο μειώθηκε κατά 7%, φτάνοντας τα 227,6 δισεκατομμύρια δολάρια — η πρώτη πτώση από το έτος της πανδημίας το 2020.
Οι ρωσικές εξαγωγές προς την Κίνα μειώθηκαν κατά 3,9%, στα 124,8 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ οι κινεζικές εξαγωγές προς τη Ρωσία κατέγραψαν ακόμη μεγαλύτερη πτώση, της τάξης του 10,4%, υποχωρώντας στα 103,3 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με στοιχεία των κινεζικών τελωνείων.

H δομή του διμερούς εμπορίου
Η κάμψη επηρέασε σχεδόν όλες τις βασικές κατηγορίες εμπορίου.
Η αξία των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου προς την Κίνα — που αντιπροσωπεύουν περίπου το ήμισυ των συνολικών ρωσικών εξαγωγών προς τη χώρα — μειώθηκε κατά 20%, ενώ τα προϊόντα διύλισης πετρελαίου υποχώρησαν κατά 33% και οι εξαγωγές άνθρακα κατά 27%.
Από την κινεζική πλευρά, οι εξαγωγές επιβατικών αυτοκινήτων προς τη Ρωσία μειώθηκαν κατά 44%, τα φορτηγά κατά 67%, ο τηλεπικοινωνιακός εξοπλισμός κατά 27% και οι αποστολές ηλεκτρονικών υπολογιστών κατά 31%.
Οι αναλυτές αποδίδουν αυτήν την επιβράδυνση σε πολλούς παράγοντες: στη μείωση των παγκόσμιων τιμών πετρελαίου, στις προσπάθειες της Κίνας να διαφοροποιήσει τις ενεργειακές της εισαγωγές, αλλά και στην επιδίωξη της Μόσχας να πιέσει κινεζικές εταιρείες να μεταφέρουν παραγωγή εντός Ρωσίας, μέσω μέτρων όπως η αύξηση του τέλους ανακύκλωσης οχημάτων — το οποίο στην πράξη λειτουργεί ως έμμεσος φόρος στα εισαγόμενα αυτοκίνητα.
Το 2026, πάντως, ξεκίνησε με πιο ενθαρρυντικά στοιχεία, κάτι που οι ρωσικές αρχές έσπευσαν να προβάλουν ενόψει της επίσκεψης του Vladimir Putin στο Πεκίνο.
Το συνολικό διμερές εμπόριο Ρωσίας- Κίνας αυξήθηκε κατά 20% σε ετήσια βάση την περίοδο Ιανουαρίου–Απριλίου, φτάνοντας τα 85,24 δισεκατομμύρια δολάρια.
Οι ρωσικές εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 17%, στα 47,7 δισεκατομμύρια, ενώ οι κινεζικές εξαγωγές ενισχύθηκαν κατά 23%, στα 37,8 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η ανάκαμψη αυτή οφείλεται εν μέρει στις αναταράξεις στις ενεργειακές αγορές της Μέσης Ανατολής, καθώς ο πόλεμος με το Ιράν οδήγησε ουσιαστικά στον αποκλεισμό των Στενών του Hormuz - απ’ όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.

Η κινεζική ζήτηση για πετρέλαιο
Η εξέλιξη αυτή αύξησε τη ζήτηση για ρωσικό πετρέλαιο που δεν εξαρτάται από τη διέλευση μέσω των Στενών του Hormuz. Οι ρωσικές εξαγωγές αργού πετρελαίου προς την Κίνα αυξήθηκαν κατά 22%, ενώ τα προϊόντα πετρελαίου κατά 9%.
Παράλληλα, οι κινεζικές εξαγωγές ενισχύθηκαν καθώς η μείωση των ρωσικών επιτοκίων και η ενίσχυση του ρουβλίου αναζωογόνησαν τη ζήτηση των καταναλωτών.
Οι εξαγωγές αυτοκινήτων σχεδόν διπλασιάστηκαν, ενώ οι εξαγωγές τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού και ηλεκτρονικών υπολογιστών αυξήθηκαν κατά 21%.
Ιδιαίτερα μεγάλη αύξηση σημειώθηκε και στις αποστολές ειδών προσωπικής χρήσης προς τη Ρωσία — εξέλιξη που πιθανότατα συνδέεται με την απόφαση της Κίνας να χαλαρώσει τις θεωρήσεις εισόδου για Ρώσους πολίτες, επιτρέποντας τη μεταφορά αγαθών είτε απευθείας είτε μέσω μικροεμπόρων.
Παρά τα θετικά στοιχεία, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι δεν θα πρέπει να θεωρηθούν ένδειξη μιας νέας μακροπρόθεσμης δυναμικής.
Παρότι το 2026 εμφανίζει ισχυρή ανάπτυξη στο διμερές εμπόριο, μέρος της ανάκαμψης οφείλεται απλώς στη χαμηλή βάση σύγκρισης του 2025, όταν οι εμπορικοί όγκοι είχαν ήδη υποχωρήσει.
Σε σύγκριση με το 2024, το εμπόριο Ρωσίας- Κίνας την περίοδο Ιανουαρίου - Απριλίου 2026 αυξήθηκε μόλις κατά 10% — περίπου στο μισό του ρυθμού που προκύπτει από τη σύγκριση με το ασθενέστερο 2025.
Παράλληλα, τα κέρδη των ρωσικών εξαγωγών ενδέχεται να εξασθενήσουν εάν αποκλιμακωθεί η διεθνής ενεργειακή κρίση και οι τιμές του πετρελαίου αρχίσουν να υποχωρούν, περιορίζοντας τα έσοδα της Μόσχας.
Ήδη μέχρι τον Απρίλιο, οι ρωσικές αποστολές πετρελαίου προς την Κίνα επιβραδύνονταν στα 2,2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως κατά μέσο όρο — επίπεδο μεν υψηλότερο από το αντίστοιχο περσινό, αλλά χαμηλότερο από εκείνο του πρώτου τριμήνου του 2026.
Ταυτόχρονα, οι εξαγωγές φυσικού αερίου μέσω αγωγών λειτουργούν ήδη στο μέγιστο των υφιστάμενων υποδομών, ενώ το πολυσυζητημένο project Power of Siberia 2 εξακολουθεί να απέχει χρόνια από την ολοκλήρωσή του.
Το πρόβλημα για τη Ρωσία είναι ότι η ενέργεια αντιπροσωπεύει σχεδόν το σύνολο των εξαγωγών της προς την Κίνα. Πέρα από αυτόν τον τομέα, η Μόσχα διαθέτει ελάχιστα ανταγωνιστικά προϊόντα για την κινεζική αγορά.
Ταυτόχρονα, η ρωσική οικονομία εμφανίζει σημάδια κόπωσης.
Το υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης προβλέπει ότι η αύξηση του λιανικού εμπορίου — βασικού δείκτη καταναλωτικής ζήτησης — θα περιοριστεί μόλις στο 0,8% το 2026, έναντι 4,1% το προηγούμενο έτος.
Αυτό υποδηλώνει ασθενέστερη εσωτερική ζήτηση και μικρότερη δυνατότητα απορρόφησης πρόσθετων κινεζικών εισαγωγών.

Παράλληλα, Ρώσοι αξιωματούχοι έχουν ξεκαθαρίσει ότι θα συνεχίσουν να πιέζουν κινεζικές εταιρείες να μεταφέρουν παραγωγικές δραστηριότητες εντός Ρωσίας — μια πολιτική που πιθανότατα θα επηρεάσει αρνητικά ακόμη περισσότερο τις κινεζικές εξαγωγές αυτοκινήτων.
«Οι απαιτήσεις μας αφορούν ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο εγχώριας παραγωγής και τυποποίησης με άλλους κατασκευαστές», δήλωσε ο αντιπρόεδρος της ρωσικής κυβέρνησης Denis Manturov.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι περισσότεροι αναλυτές παραμένουν επιφυλακτικοί για τη δυνατότητα διατήρησης της δυναμικής στο ρωσοκινεζικό εμπόριο.
Ο οικονομολόγος Andrei Gnidchenko, από το κέντρο μελετών CMAKP της Μόσχας, εκτίμησε ότι η ανάπτυξη του εμπορίου θα επιβραδυνθεί στο δεύτερο εξάμηνο του 2026, καθώς η Κίνα θα έχει ήδη αυξήσει τα ενεργειακά της αποθέματα και η οικονομική δραστηριότητα και στις δύο χώρες θα παραμείνει υποτονική.
Σύμφωνα με την εκτίμησή του, το συνολικό εμπόριο στο τέλος του έτους θα βρίσκεται μόλις 5% έως 10% πάνω από τα επίπεδα του 2025 — δηλαδή περίπου στα ίδια επίπεδα με το 2024.
Μικρή αγορά η Ρωσία για την Κίνα
Αντίστοιχα, η ρωσική οικονομική εφημερίδα Kommersant προειδοποίησε ότι δεν πρέπει να αναμένονται «εκρηκτικοί ρυθμοί ανάπτυξης», επισημαίνοντας ότι η μεγαλύτερη ώθηση στο εμπόριο είχε ήδη συντελεστεί αμέσως μετά το 2022.
Ο επιχειρηματίας Andrei Kogan, που συνεργάζεται με κινεζικές εταιρείες, υπογράμμισε ότι οι Ρώσοι εξαγωγείς αντιμετωπίζουν εξαιρετικά έντονο ανταγωνισμό στην κινεζική αγορά πέρα από τον ενεργειακό τομέα.
Όπως ανέφερε, «οι αγορές υψηλής τεχνολογίας και καταναλωτικών προϊόντων στην Κίνα καλύπτονται ήδη από εγχώριους κατασκευαστές, γι’ αυτό οι ρωσικές εταιρείες στρέφονται περισσότερο σε εξειδικευμένα έργα, συνεργασίες ή τοπική παραγωγή, παρά σε άμεσες μαζικές εξαγωγές».
Από την πλευρά του, ο Alexander Gabuev, διευθυντής του Carnegie Russia Eurasia Center, σημείωσε ότι η Κίνα επιδιώκει να διαφοροποιήσει τις ενεργειακές της εισαγωγές ώστε να μην εξαρτάται υπερβολικά από τη Ρωσία, ενώ παράλληλα η ίδια η ρωσική αγορά πλησιάζει σε «κορεσμό» ως προς τα κινεζικά βιομηχανικά προϊόντα.
«Η Ρωσία, τελικά, δεν είναι μια ιδιαίτερα πλούσια χώρα με πληθυσμό 145 έως 150 εκατομμυρίων ανθρώπων, ανάλογα με τον τρόπο υπολογισμού», δήλωσε ο Gabuev σε πρόσφατο podcast
. «Σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί αγορά αντίστοιχου μεγέθους με την Ευρωπαϊκή Ένωση, την ASEAN ή τις Ηνωμένες Πολιτείες για τους Κινέζους παραγωγούς».

www.bankingnews.gr
Κρίνοντας μάλιστα από τη θερμή και ιδιαίτερα επίσημη υποδοχή που επεφύλαξε το Πεκίνο στον Ρώσο ηγέτη, θα μπορούσε κανείς να πιστέψει ότι οι σχέσεις των δύο χωρών έχουν μόνο περιθώρια περαιτέρω εμβάθυνσης.
Ωστόσο, παρά τις διακηρύξεις των Vladimir Putin και Xi Jinping περί ολοένα στενότερης στρατηγικής εταιρικής σχέσης, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι η συνεργασία Ρωσίας – Κίνας ενδέχεται να πλησιάζει τα οικονομικά της όρια.
Μετά την στρατιωτική επιχείρηση στην Ουκρανία το 2022, η Κίνα αντικατέστησε σε μεγάλο βαθμό την Ευρώπη τόσο ως προμηθευτής βιομηχανικών προϊόντων όσο και ως βασικός αγοραστής ρωσικών ενεργειακών εξαγωγών.
Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε εκτόξευση του διμερούς εμπορίου κατά 55% μεταξύ 2021 και 2025, ξεπερνώντας τον κοινό στόχο των 200 δισεκατομμυρίων δολαρίων που είχαν θέσει οι δύο χώρες ήδη από το 2019.
Παρά ταύτα, το 2025 το διμερές εμπόριο μειώθηκε κατά 7%, φτάνοντας τα 227,6 δισεκατομμύρια δολάρια — η πρώτη πτώση από το έτος της πανδημίας το 2020.
Οι ρωσικές εξαγωγές προς την Κίνα μειώθηκαν κατά 3,9%, στα 124,8 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ οι κινεζικές εξαγωγές προς τη Ρωσία κατέγραψαν ακόμη μεγαλύτερη πτώση, της τάξης του 10,4%, υποχωρώντας στα 103,3 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με στοιχεία των κινεζικών τελωνείων.

H δομή του διμερούς εμπορίου
Η κάμψη επηρέασε σχεδόν όλες τις βασικές κατηγορίες εμπορίου.
Η αξία των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου προς την Κίνα — που αντιπροσωπεύουν περίπου το ήμισυ των συνολικών ρωσικών εξαγωγών προς τη χώρα — μειώθηκε κατά 20%, ενώ τα προϊόντα διύλισης πετρελαίου υποχώρησαν κατά 33% και οι εξαγωγές άνθρακα κατά 27%.
Από την κινεζική πλευρά, οι εξαγωγές επιβατικών αυτοκινήτων προς τη Ρωσία μειώθηκαν κατά 44%, τα φορτηγά κατά 67%, ο τηλεπικοινωνιακός εξοπλισμός κατά 27% και οι αποστολές ηλεκτρονικών υπολογιστών κατά 31%.
Οι αναλυτές αποδίδουν αυτήν την επιβράδυνση σε πολλούς παράγοντες: στη μείωση των παγκόσμιων τιμών πετρελαίου, στις προσπάθειες της Κίνας να διαφοροποιήσει τις ενεργειακές της εισαγωγές, αλλά και στην επιδίωξη της Μόσχας να πιέσει κινεζικές εταιρείες να μεταφέρουν παραγωγή εντός Ρωσίας, μέσω μέτρων όπως η αύξηση του τέλους ανακύκλωσης οχημάτων — το οποίο στην πράξη λειτουργεί ως έμμεσος φόρος στα εισαγόμενα αυτοκίνητα.
Το 2026, πάντως, ξεκίνησε με πιο ενθαρρυντικά στοιχεία, κάτι που οι ρωσικές αρχές έσπευσαν να προβάλουν ενόψει της επίσκεψης του Vladimir Putin στο Πεκίνο.
Το συνολικό διμερές εμπόριο Ρωσίας- Κίνας αυξήθηκε κατά 20% σε ετήσια βάση την περίοδο Ιανουαρίου–Απριλίου, φτάνοντας τα 85,24 δισεκατομμύρια δολάρια.
Οι ρωσικές εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 17%, στα 47,7 δισεκατομμύρια, ενώ οι κινεζικές εξαγωγές ενισχύθηκαν κατά 23%, στα 37,8 δισεκατομμύρια δολάρια.
Η ανάκαμψη αυτή οφείλεται εν μέρει στις αναταράξεις στις ενεργειακές αγορές της Μέσης Ανατολής, καθώς ο πόλεμος με το Ιράν οδήγησε ουσιαστικά στον αποκλεισμό των Στενών του Hormuz - απ’ όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου.

Η κινεζική ζήτηση για πετρέλαιο
Η εξέλιξη αυτή αύξησε τη ζήτηση για ρωσικό πετρέλαιο που δεν εξαρτάται από τη διέλευση μέσω των Στενών του Hormuz. Οι ρωσικές εξαγωγές αργού πετρελαίου προς την Κίνα αυξήθηκαν κατά 22%, ενώ τα προϊόντα πετρελαίου κατά 9%.
Παράλληλα, οι κινεζικές εξαγωγές ενισχύθηκαν καθώς η μείωση των ρωσικών επιτοκίων και η ενίσχυση του ρουβλίου αναζωογόνησαν τη ζήτηση των καταναλωτών.
Οι εξαγωγές αυτοκινήτων σχεδόν διπλασιάστηκαν, ενώ οι εξαγωγές τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού και ηλεκτρονικών υπολογιστών αυξήθηκαν κατά 21%.
Ιδιαίτερα μεγάλη αύξηση σημειώθηκε και στις αποστολές ειδών προσωπικής χρήσης προς τη Ρωσία — εξέλιξη που πιθανότατα συνδέεται με την απόφαση της Κίνας να χαλαρώσει τις θεωρήσεις εισόδου για Ρώσους πολίτες, επιτρέποντας τη μεταφορά αγαθών είτε απευθείας είτε μέσω μικροεμπόρων.
Παρά τα θετικά στοιχεία, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι δεν θα πρέπει να θεωρηθούν ένδειξη μιας νέας μακροπρόθεσμης δυναμικής.
Παρότι το 2026 εμφανίζει ισχυρή ανάπτυξη στο διμερές εμπόριο, μέρος της ανάκαμψης οφείλεται απλώς στη χαμηλή βάση σύγκρισης του 2025, όταν οι εμπορικοί όγκοι είχαν ήδη υποχωρήσει.
Σε σύγκριση με το 2024, το εμπόριο Ρωσίας- Κίνας την περίοδο Ιανουαρίου - Απριλίου 2026 αυξήθηκε μόλις κατά 10% — περίπου στο μισό του ρυθμού που προκύπτει από τη σύγκριση με το ασθενέστερο 2025.
Παράλληλα, τα κέρδη των ρωσικών εξαγωγών ενδέχεται να εξασθενήσουν εάν αποκλιμακωθεί η διεθνής ενεργειακή κρίση και οι τιμές του πετρελαίου αρχίσουν να υποχωρούν, περιορίζοντας τα έσοδα της Μόσχας.
Ήδη μέχρι τον Απρίλιο, οι ρωσικές αποστολές πετρελαίου προς την Κίνα επιβραδύνονταν στα 2,2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως κατά μέσο όρο — επίπεδο μεν υψηλότερο από το αντίστοιχο περσινό, αλλά χαμηλότερο από εκείνο του πρώτου τριμήνου του 2026.
Ταυτόχρονα, οι εξαγωγές φυσικού αερίου μέσω αγωγών λειτουργούν ήδη στο μέγιστο των υφιστάμενων υποδομών, ενώ το πολυσυζητημένο project Power of Siberia 2 εξακολουθεί να απέχει χρόνια από την ολοκλήρωσή του.
Το πρόβλημα για τη Ρωσία είναι ότι η ενέργεια αντιπροσωπεύει σχεδόν το σύνολο των εξαγωγών της προς την Κίνα. Πέρα από αυτόν τον τομέα, η Μόσχα διαθέτει ελάχιστα ανταγωνιστικά προϊόντα για την κινεζική αγορά.
Ταυτόχρονα, η ρωσική οικονομία εμφανίζει σημάδια κόπωσης.
Το υπουργείο Οικονομικής Ανάπτυξης προβλέπει ότι η αύξηση του λιανικού εμπορίου — βασικού δείκτη καταναλωτικής ζήτησης — θα περιοριστεί μόλις στο 0,8% το 2026, έναντι 4,1% το προηγούμενο έτος.
Αυτό υποδηλώνει ασθενέστερη εσωτερική ζήτηση και μικρότερη δυνατότητα απορρόφησης πρόσθετων κινεζικών εισαγωγών.

Παράλληλα, Ρώσοι αξιωματούχοι έχουν ξεκαθαρίσει ότι θα συνεχίσουν να πιέζουν κινεζικές εταιρείες να μεταφέρουν παραγωγικές δραστηριότητες εντός Ρωσίας — μια πολιτική που πιθανότατα θα επηρεάσει αρνητικά ακόμη περισσότερο τις κινεζικές εξαγωγές αυτοκινήτων.
«Οι απαιτήσεις μας αφορούν ένα εξαιρετικά υψηλό επίπεδο εγχώριας παραγωγής και τυποποίησης με άλλους κατασκευαστές», δήλωσε ο αντιπρόεδρος της ρωσικής κυβέρνησης Denis Manturov.
Υπό αυτές τις συνθήκες, οι περισσότεροι αναλυτές παραμένουν επιφυλακτικοί για τη δυνατότητα διατήρησης της δυναμικής στο ρωσοκινεζικό εμπόριο.
Ο οικονομολόγος Andrei Gnidchenko, από το κέντρο μελετών CMAKP της Μόσχας, εκτίμησε ότι η ανάπτυξη του εμπορίου θα επιβραδυνθεί στο δεύτερο εξάμηνο του 2026, καθώς η Κίνα θα έχει ήδη αυξήσει τα ενεργειακά της αποθέματα και η οικονομική δραστηριότητα και στις δύο χώρες θα παραμείνει υποτονική.
Σύμφωνα με την εκτίμησή του, το συνολικό εμπόριο στο τέλος του έτους θα βρίσκεται μόλις 5% έως 10% πάνω από τα επίπεδα του 2025 — δηλαδή περίπου στα ίδια επίπεδα με το 2024.
Μικρή αγορά η Ρωσία για την Κίνα
Αντίστοιχα, η ρωσική οικονομική εφημερίδα Kommersant προειδοποίησε ότι δεν πρέπει να αναμένονται «εκρηκτικοί ρυθμοί ανάπτυξης», επισημαίνοντας ότι η μεγαλύτερη ώθηση στο εμπόριο είχε ήδη συντελεστεί αμέσως μετά το 2022.
Ο επιχειρηματίας Andrei Kogan, που συνεργάζεται με κινεζικές εταιρείες, υπογράμμισε ότι οι Ρώσοι εξαγωγείς αντιμετωπίζουν εξαιρετικά έντονο ανταγωνισμό στην κινεζική αγορά πέρα από τον ενεργειακό τομέα.
Όπως ανέφερε, «οι αγορές υψηλής τεχνολογίας και καταναλωτικών προϊόντων στην Κίνα καλύπτονται ήδη από εγχώριους κατασκευαστές, γι’ αυτό οι ρωσικές εταιρείες στρέφονται περισσότερο σε εξειδικευμένα έργα, συνεργασίες ή τοπική παραγωγή, παρά σε άμεσες μαζικές εξαγωγές».
Από την πλευρά του, ο Alexander Gabuev, διευθυντής του Carnegie Russia Eurasia Center, σημείωσε ότι η Κίνα επιδιώκει να διαφοροποιήσει τις ενεργειακές της εισαγωγές ώστε να μην εξαρτάται υπερβολικά από τη Ρωσία, ενώ παράλληλα η ίδια η ρωσική αγορά πλησιάζει σε «κορεσμό» ως προς τα κινεζικά βιομηχανικά προϊόντα.
«Η Ρωσία, τελικά, δεν είναι μια ιδιαίτερα πλούσια χώρα με πληθυσμό 145 έως 150 εκατομμυρίων ανθρώπων, ανάλογα με τον τρόπο υπολογισμού», δήλωσε ο Gabuev σε πρόσφατο podcast
. «Σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί αγορά αντίστοιχου μεγέθους με την Ευρωπαϊκή Ένωση, την ASEAN ή τις Ηνωμένες Πολιτείες για τους Κινέζους παραγωγούς».

www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών